Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νιτέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νιτέα Προφορά: νιτέα
  1. ιτέα, λεύκες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Εβγών'ναν δέντρα χοντρά και ύμσ̌α̤, νιτέας, γαβάγια, καβάκια. (λεύκες)
    2) Ερρούζ’νανε και τα μικρά φυτόπα και νιτέας.

    Ιδίωμα:
    Νικόπολης

Παρατηρήσεις - Σχόλια