Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γναφίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γναφίν Προφορά: γναφίν
  1. γνάθος, σιαγόνα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ποέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό γνάθος

    Ιδίωμα:
    Άδισσας

    Παραδείγματα:
    1) Εκλειδώθαν τα γναφία τ’. (δεν μπορεί να μιλήσει)
    2) Εδέκεν ατον έναν σα γναφία τ’ κι ετσάκωσεν τα δόντα̤ τ’.
    3) Τσερίζω τα γναφία σ’! (Σου σπάω τα μούτρα)

  2. πρόσωπο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια