Προέλευση: τουρκική, από τις τουρκικές λέξεις μετζ̌λίσ̌, μεζλίσ̌
Ιδίωμα: Τσακράκ Κερασούντας, Τριπόλεως
Παράδειγμα: Είπεν σο μετζ̌λίσ̌ να μη γονουσεύ’ κανένας.
Ενικός: Πληθυντικός: