Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη Αγναμάκ
Ιδίωμα: Οινόης
Παράδειγμα: Εκείνος τίπο ’κ’ εγνάεψεν.
Ενεστώτας: γναεύω Παρατατικός: εγνάευα Μέλλοντας: θα γναεύω Αόριστος: εγνάεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.