Ενικός: νισπατλούχιν / νισπατλούχ' Πληθυντικός: νισπατλούχια / νισπατλούχα / νισπατλούγα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο κυρίως στον Ενικό, λόγω σημασιολογίας.