Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νεόπαντρος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νεόπαντρος Προφορά: νεόπαντρος
  1. νέοπαντρεμένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

Παρατηρήσεις - Σχόλια