Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μελίγαλα (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μελίγαλα Προφορά: μελίγαλα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) φέτα ψωμιού με βούτυρο και μέλι
    2) μέλι και γάλα

    Ιδίωμα:
    Σουρμένων, Οινόης

    Παράδειγμα:
    Η θάλασσα μελίγαλα, κι ο φτωχόν χουλιάριν ’κ’ είχͮεν.

  2. μείγμα από μέλι και γάλα που προσφέρεται κατά τη στέψη στους νεονύμφους Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια