Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μέλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μέλ' Προφορά: μέλ
  1. μέλι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Κορτσόπον τα φιλέματα σ’ γλυκέα άμον μέλα̤.
    2) Ας σο στόμαν ατ’ μέλ’ τρέχͮ'. (είναι γλυκομίλητος)
    3) Μέλ' και ζάχαρην.
    4) Ο Θεός τ’ έμπρα̤ σ’ μέλ’ και ζάχαρην να ευτάει. ((να σου δώσει όλα τα αγαθά))

  2. μέλι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια