Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Γιαγκούν' π’ έχͮ 'σην καρδίαν ατ', φουσκών' κι αποφουσκώνει'.
Ενικός: γιαγκούνιν / γιαγκούν' Πληθυντικός: γιαγκούνια / γιαγκούνα̤