Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γλωσσεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γλωσσεύω Προφορά: γλωσσεύω
  1. κακολογώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Κοτυώρων

    Παράδειγμα:
    Η Μελανία ’κ’ εχώνευεν ατεν και εγλώσσευεν ατεν κάθαν ημέραν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια