Προέλευση: τουρκική
Παραδείγμα: Ωρίαζα και τον γιαγκάζ' ατού σα γονοκώλα̤.
Αρσενικό: Ενικός: γιαγκά͜ης Πληθυντικός: γιαγκάζοι / γιαγκάζ'
Θηλυκό: Ενικός: γιαγκάζαινα Πληθυντικός: γιαγκάζ'
Ουδέτερο: Ενικός: γιαγκάζικον / γιαγκάζ'κον Πληθυντικός: γιαγκάζικα / γιαγκάζ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.