Ερμηνεία: (γλυκύ) γάλα
Παράδειγμα: Αντά είχα το γλυτσύ το φαγί ουτσ̌’ είχα.
Ενικός: το γλυτσύ / γλυτσ̌ύ Πληθυντικός: τα γλυτσία / γλυτσ̌ία
Σχόλιο: απαντά στις γλωσσικές ποικιλίες της περιοχής του Όφεως.