Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πεχρέγκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πεχρέγκ' Προφορά: πεχρέγκ
  1. πήλινος σωλήνας σε μία γωνία της στέγης από τον οποίο έτρεχαν τα νερά του δώματος. Αλλού λεγόταν γενικά οι πήλινοι σωλήνες. Στη Σαντά δέ λεγόταν πα̤χρά̤γκ’. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    Τούρκικη

    Ιδίωμα:
    Αργυρούπολης

    Στη Σαντά λεγόταν πα̤ χρά̤γκ’.

  2. υδροσωλήνας πήλινος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια