Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νέτα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νέτα̤ Προφορά: νέτεα
  1. νεότητα, νιάτα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Κρώμνης

    Παράδειγμα:
    Έτον πολλά καματερέσσα σα νέτα̤ τ’ς.

Παρατηρήσεις - Σχόλια