Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νεστικός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: νεστικός Προφορά: νεστικός
  1. νηστικός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Φα’ και πία και πέσκα κα’ νεστικός.

  2. αυτός που δεν έφαγε τίποτε Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια