Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πουτσάχ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πουτσ̌ά̤χ' Προφορά: πουτσεάχ
  1. γωνιά στη Σινώπη ονόμαζαν τη γωνία που έστρωναν με χαλί και όπου έντυναν τη νύφη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα-Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Επέμ’νεν σο πουτσ̌ιάχ’, (δέ μπόρεσε να παντρευτεί).
    2) Κ’ επορώ ν’ αφήνω το πουτσ̌άκι μ’ και πάω σή Ρουσίαν. (το νοικοκυριό).

Παρατηρήσεις - Σχόλια