Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

περιβόλι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: περιβόλι Προφορά: περιβόλι
  1. τοίχος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ακρίτας κάστρον έχτιζεν κι Ακρίτας περιβόλιν.

    Ποιητικό

Παρατηρήσεις - Σχόλια