Επιπλέον Ερμηνεία: απολαμβάνω γλύκα
Προέλευση: από το επίθετο γλυκύς
Παράδειγμα: Εγάπ’ έν’ μεϊβά̤ γλυκύν, που τρώγ’ν ατο γλυκιάσκουν.
Ενεστώτας: γλυκιάσκουμαι Παρατατικός: εγλυκιάσκουμ'νε Μέλλοντας: θα γλυκιάσκουμαι Αόριστος: εγλυκιάστα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.