Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λεξη pis.
Παράδειγμα: Οι Τούρκ’ είναι πίσκον μιλιάτ' (έθνος, λαός).
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.