Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πίκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πίκα Προφορά: πίκα
  1. στενοχωρία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

    Παράδειγμα:
    Μώ την πίκα σ΄. (φράση)

  2. στενοχώρια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    ιταλική, από την ιταλική λέξη pica= αιχμή

Παρατηρήσεις - Σχόλια