Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λογοκόψιμον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λογοκόψιμον Προφορά: λογοκόψιμον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    η επίσκεψη των συγγενών του γαμπρού στα γονικά της νύφης για να παίρν’νε τον λόγον ατουν, δηλ. την τελευταία διαβεβαίωση ότι ο γάμος θα γίνει την επομένη Κυριακή

    Ιδίωμα
    Τραπεζούντας, Τορούλ'

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    έθιμο κατά το οποίο οι γονείς της νύφης συμφωνούν για τον γάμο της κόρης τους

Παρατηρήσεις - Σχόλια