κυλίντρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κυλίντρ'
Προφορά: κυλίντρ
-
1) λίθινος κύλινδρος τον οποίο κυλούσαν επάνω στις στέγες μετά τη βροχή για να πατήσει και να σφίξει το χώμα (διότι δεν μεταχειρίζονταν κεραμίδια) 2) κυλινδρική πέτρα για να πατεί το χώμα της στέγης
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ο ειδικός για τις χωματοσκεπείς στέγες κύλινδρος από πέτρα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης