Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
λιχτρί (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: λιχτρί
Προφορά: λιχτρί
πατόφτυαρο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ερμηνεία:
μεγάλη δίκελα ποδαριού
Ιδίωμα:
Όφεως
Παράδειγμα:
Τεμόνα το λιχτρί τέρ’ πόσο βαθέα χούται.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
πελίφτυαρον (το)
πέλ (το)
Ιδιωματική Εκδοχή
λίχτρε (η)
ελίχτρε (η)
λιχτρομάκελον (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια