Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

πιδέβα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πιδέβα Προφορά: πιδέβα
  1. πέρασμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Ερμηνεία:
    1) Ο σ̌κύλον σο ράχͮιν καλόν πιδέβαν έχͮ ’. (Πέρασμα. )
    2) Σην πιδέβαν ατ’ απάν’ έκαψε μας ο ήλεν. (Δύση του ηλίου.)

  2. πέρασμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά επί + δεβάζω - διαβαίνω

Παρατηρήσεις - Σχόλια