Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ποχορίκ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ποχορίκ'
Προφορά: ποχορίκ
καπνοδόχος
καπνοδόχος πού είχε και κάγκελα, για να μη μπαίνουν οι κλέφτες
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Κρώμνης.
βλ.λ.πιχορίκ.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
πεχορίκ (το)
ποχωρήκ (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια