Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πεχλιβάνος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πεχλιβάνος Προφορά: πεχλιβάνος
  1. αθλητής, παλαιστής. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Σην θάλασσαν κολυμπετής σ’ ορμάνα̤ πεχλιβάνος.

  2. παλαιστής γενναίος αθλητής Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη pehlivan

Παρατηρήσεις - Σχόλια