Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
κάρτζια (τα)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κάρτζ̌α̤
Προφορά: κάρτζεα
νύχια
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα:
1) Κι εβάσταξεν στα κάρτζια του παλικαρί' βραχͮ ιόναν.
2) Εμπαίνω σα κάρτζια τ'.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια