Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πετούμενον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πετούμενον Προφορά: πετούμενον
  1. πουλί εκείνο που πετά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τη κοσμί’ τα πετούμενα, εξ̌ύγαν σην αυλή μου.

  2. πτηνό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια