Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

πετάσα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πετάσα Προφορά: πετάσα
  1. πολύ άωροι καρποί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Όφις

    Παράδειγμα:
    Εσείστε το γλυκόμηλο ερούξαν τα πετάσα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια