Ερμηνεία: να μην έχει ή να μην τρώει κανείς λιπαρά
Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Ασό γιαβανλούχ' σο ποδάρ 'κ’ επορώ να στέκω.
Ενικός: γιαβανλούχιν / γιαβανλούχ' Πληθυντικός: γιαβανλούχια / γιαβανλούχα / γιαβανλούγα