Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γεσίρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γεσίρ' Προφορά: γεσίρ
  1. σκλάβος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    αιχμάλωτος πολέμου

    Προέλευση:
    αραβική, από την αραβική λέξη essir

  2. αιχμάλωτος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    αυτός που υφίσταται ταλαιπωρίες

Παρατηρήσεις - Σχόλια