Ερμηνεία: σκάλα (σκαλοπάτια) της γέφυρας
Παράδειγμα: Είνας γέρος εξέβεν ας σο γεφυροσκάλ' αφκά.
Ενικός: γεφυροσκάλιν / γεφυροσκάλ' Πληθυντικός: γεφυροσκάλα̤