Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αζαπλάευτος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αζαπλάευτος Προφορά: αζαπλάευτος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    που δεν έχει καταληφθεί, οικειοποιηθεί

    Προέλευση:
    από το στερητικό α- και το ζαπλαεύω

    Παράδειγμα:
    Αζαπλάευτον μερτικόν ’κ’ επέμ’νεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια