Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μειζότερος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μειζότερος Προφορά: μειζότερος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ανώτερος κατά την ηλικία, πρό πάντων όμως κατά τη φρόνηση, το αξίωμα

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό επίθετο μέγας
    συγκριτικός βαθμός μείζων, μεγαλύτερος

    Ιδίωμα:
    Κρώμνης

    Παράδειγμα:
    Κάθαν χωρίον έχͮ' τον μειζότερον αθε.

  2. πρόκριτος 1. ο προύχοντας της κοινότητας 2. ο μεγαλύτερος στην ηλικία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    συγκριτικός βαθμός του αρχαίου ελληνικού επιθέτου μέγας

Παρατηρήσεις - Σχόλια