περιστέρα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: περιστέρα
Προφορά: περιστέρα
-
αγαπημένη, έρωτας
αγελάδα όμορφη σαν περιστέρι ή με χρώμα περιστεριού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
περιστέρι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης