Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

παχτσόπον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. παχτσ̌όπον , 2. Παχτσ̌όπον Προφορά: παχτσόπον
  1. κηπάριο χωριό επάνω στο ποτάμι Ρυάκιον με 15 οικογένειες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Βλ. λ. κήπος

Παρατηρήσεις - Σχόλια