Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παχτούμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: παχτούμαι Προφορά: παχτούμαι
  1. ασφαλίζομαι, στουπώνομαι, βουλιάζω. μπαίνω βαθιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. βουλιάζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια