Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Αν συρ’ ατο σην θάλασσαν, παπόρια πατουρεύω.
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη batirmak
Παθητική φωνή: πατουρεύκουμαι
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.