Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πατούλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πατούλ’ Προφορά: πατούλ
  1. 1) νιφάδα χιονιού 2) άσπρο σαν την νιφάδα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Έπλυσεν τα λώματα κ’ εποίκεν ατα άσπρα πατούλια.

  2. 1) νιφάδα χιονιού 2) το μαλλί που αποσπάται κάθε φορά από το λανάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη patul

  3. αφράτο Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια