Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γερανοφόρος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. γερανοφόρος , 2. γερανόφορος Προφορά: γερανοφόρος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    φορεμένος γερανέα (γαλάζια)

    Παράδειγμα:
    Εκείν’ η γερανοφόρος ομοιάζ’ να έν’ η μάνα μ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια