Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αελάδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αελάδ Προφορά: αελάδ
  1. αγελάδα 1,5 χρονών και επάνω που δεν έχει γεννήσει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αγελάς

    Παράδειγμα - Επιπλέον ερμηνείες:
    Όποιος γελά με, τ’ αελάδα̤ σην πόρταν ατ’. (Όπως τ’ αγελάδια δεν γαστρώθηκαν, έτσι και τα κορίτσια του να μη παντρευτούν)

  2. δαμάλα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια