Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Τ’ εμόν η κάρδα̤ γεραλούν κι αν κλαίω, θα ματούται.
Αρσενικό: Ενικός: γεραλούς Πληθυντικός: γεραλούδες
Θηλυκό: Ενικός: γεραλούσα Πληθυντικός: γεραλούδες
Ουδέτερο: Ενικός: γεραλούν Πληθυντικός: γεραλία
Σχόλιο: αναλογικός ο σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.