Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Έβρεξεν κι εγενιλά̤εψαν τα κρομμύδα̤.
Παράγωγο: γενιλά̤εμαν
Ενεστώτας: γενιλα̤εύω Παρατατικός: εγενιλά̤ευα Μέλλοντας: θα γενιλα̤εύω Αόριστος: εγενιλά̤εψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.