Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αεθοδώρισμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αεθοδώρισμα Προφορά: αεθοδώρισμαν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    στα παλιά χρόνια συνήθιζαν να νηστεύουν από την Εμπονέσ̌τια̤ν ως την Τετάρτη, οπότε μετά τη λειτουργιά έτρωγαν και από την ώρα αυτή ως το Σάββατο (Αεθοδωρί’) οπότε μετά την λειτουργία έτρωγαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια