Ερμηνεία: η αγελάδα της οποίας το γάλα δεν είναι παχύ
Παράδειγμα: Το ζων εμούν πολλά γάλαν έχͮ' άμα νερογάλ'κον έν’.
Θηλυκό: Ενικός: νερογάλαινα Πληθυντικός: νερογάλοι / νερογάλ'
Ουδέτερο: Ενικός: νερογάλικον / νερογάλ'κον Πληθυντικός: νερογάλ'κα
Σχόλιο: εύχρηστο στο θηλυκό και το ουδέτερο, λόγω σημασιολογίας, όπως δίνεται και ο τύπος του λήμματος (πβ. Παραδείγματα στα Σχόλια Πηγής)