Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νερίφτω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: νερίφτω Προφορά: νερίφτω
  1. 1) αποβάλλω το μικρό μου 2) στις γυναίκες χάνω χάταλον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

  2. αποβάλλω το έμβρυο (για ζώα) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια