Ερμηνεία: εκείνος που ήρθε από τα ξένα πριν από λίγο, τώρα
Αρσενικό: Ενικός: νεοφερμένος Πληθυντικός: νεοφερμένοι / νεοφερμέν'
Θηλυκό: Ενικός: νεοφερμένισσα / νεοφερμέν'σσα / νεοφερμέν'σα / νεοφερμέτσα / νεοφερμέντζα Πληθυντικός: νεοφερμέν΄'
Ουδέτερο: Ενικός: νεοφερμένον Πληθυντικός: νεοφερμένα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.