Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νέος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: νέος Προφορά: νέος
  1. νέος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Θα τρώγν’ και πίν’νε ση χαρά σ’ τα νέικα τα παιδία.
    2) Ήντσαν ’κ’ εχͮ’ τη νέϊσσαν, φιλεί την παλαίεσσαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια