Παραδείγματα: 1) Η νεκροστόλιαχτη η γυναίκα μου είπεν ατο, πριν αποθάν’. 2) Μόντες είδεν η νεκροστόλιαχτος το προγόνι χͮιλιέμορφο, τα μάτια τες έβγαλαν τσίες.
Αρσενικό: Ενικός: νεκροστόλιαχτος Πληθυντικός: νεκροστόλιαχτοι
Θηλυκό: Ενικός: νεκροστόλιαχτος , νεκροστόλιαχτεσσα / νεκροστόλιαχτεσα , νεκροστόλιαχτη Πληθυντικός: νεκροστόλιαχτοι
Ουδέτερο: Ενικός: νεκροστόλιαχτον Πληθυντικός: νεκροστόλιαχτα
Επίρρημα: νεκροστόλιαχτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.