βουλιάζωΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
Παραδείγματα - Επιπλέον ερμηνείες:
1) Μή λέει να ρούεις σην θάλασσαν και να πατεύ’ς και χά’σαι. (βουλιάζω)
2) Να πατεύ’ τ’ όνεμα σ’. ( να σβήσει το όνομά σου)
βουλιάζωΠηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
βουλιάζωΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.